Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Τάκης Αγουρίδης: Αέρααααααααααααααααααααααααααα



Μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του γνωστού Πατρινού στον Ευστάθιο Πολίτη και στον Ηλία Βάσιο, που θα σας ξυπνήσει θύμισες από την παλιά Πάτρα και από περασμένα γλέντια αθάνατα. Τάκη, αέρα και γιούρια και μπαμπάκι στο δρόμο σου!



"Απογευματάκι ήταν όταν ξεκινήσαμε να ανηφορίζουμε σιγά-σιγά στην παλιά πόλη της Πάτρας. Πιάσαμε τη Ρούφου, όχι την πολύβουη εκείνη την ώρα Γερμανού. Προορισμός η Λόντου και το 47. Μην μπερδευτείτε, δεν πρόκειται για αριθμό οδού –ο λόγος για το «Ουζοθεραπευτήριο 47», τη φωλιά του Τάκη του Αγουρίδη, του τελευταίου Πατρινού.

Κομματάκι βαρύγδουπο θα πείτε το τελευταίο, όμως όσοι γνωρίζουν τον Τάκη, αντιλαμβάνονται πλήρως «τι θέλει να πει ο ποιητής». Όσοι πάλι δεν ξέρετε περί τίνος πρόκειται, αφιερώστε 10 λεπτά από την ημέρα σας σε αυτές τις γραμμές και πιστέψτε με, δεν θα χάσετε…
  
Στρίβοντας προς τα πάνω στη Λόντου, δεσπόζει έξω από την είσοδο του μαγαζιού, το περίφημο κάρο του Τάκη –το σήμα κατατεθέν, το δικό του οικόσημο. Είχαμε καθυστερήσει λιγάκι κι έτσι βιαστικά μπαίνουμε στο μαγαζί. Ο Τάκης, αειθαλής και αεικίνητος, περίμενε κάνοντας το σύνηθες «νευρικό» του πάνω-κάτω. Δεν στέκεται στιγμή, δεν τον πιάνεις πουθενά, σωστό αερικό! «Καλώς τα παιδιά!», με ένα γέλιο αυθόρμητο και ζεστό, να σου ανοίγει την ψυχή –έτσι είναι όμως ο Τάκης, και στα εύκολα και στα δύσκολα, περιβόλι! Καθίσαμε στην αγαπημένη του γωνιά και, αφού έφερε τα ουζάκια μας και ανάψαμε και τα τσιγάρα, ξεκινήσαμε την κουβεντούλα.

Ας τα πιάσουμε λοιπόν από την αρχή. Ο Τάκης Αγουρίδης, υιός Φραγκούλη, γεννήθηκε στην Πάτρα –πού αλλού…;- το σωτήριον έτος 1945. Η οικογένειά του υπήρξε ανέκαθεν οικογένεια ποτοποιών, από το 1893 ακόμα όταν έφυγαν από την πατρώα Χίο και έριξαν αγκυροβόλι εδώ στη Δύση, στην Αρχόντισσα Πάτρα. Ο Φραγκούλης Αγουρίδης άφησε την οικογενειακή εταιρεία το 1947 για να ξεκινήσει τη δική του ποτοποιία, παράγοντας το περίφημο «Ούζο 47», εμπνευσμένο από το έτος της δημιουργίας του.


Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, άνοιξε την «Κάβα 47» στην Αγίου Ανδρέου –στο σημερινό Primarolia. Ήταν τότε που, επί δικτατορίας, «είχαμε τα ντράβαλα με την αστυνομία» θυμάται ο Τάκης. «Περνούσαν κάθε τόσο και έκαναν ανάκριση για το όνομα της κάβας, τι σημαίνει, μήπως είναι κάποιος κωδικός και άλλα τέτοια τρελά!».

Εκεί όμως που ξεκίνησε να γράφεται ιστορία, ήταν λίγα μέτρα πιο πέρα, στην Καρόλου. Το 1983, ο 37χρονος ήδη Τάκης Αγουρίδης, παίρνει την απόφαση και ανοίγει το «Ουζερί 47», στην οδό Καρόλου απέναντι από τον Ερυθρό Σταυρό. «Ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό, κάτι που να πιάσει τον παλμό της εποχής. Ήταν χρόνια αλλαγής, δυναμικά, τα πάντα εξελίσσονταν γρήγορα. Η νεολαία και η μεσαία τάξη, είχαν πατήσει για πρώτη ουσιαστικά φορά στα πόδια τους. Ήθελα να φτιάξω έναν χώρο προσωπικό, με λογική αντίθετη του μπουζουκο-σκυλάδικου, που έκανε τότε την εμφάνισή του. Έναν στέκι διαφορετικό, έναν χώρο που θα είχε τη δική του πελατεία, τους «πιστούς» του, όσοι κι αν ήταν αυτοί.»

Και μόνο λίγοι δεν ήταν. Το «47» από τα πρώτα κιόλας χρόνια της λειτουργίας του έσφυζε από κόσμο, ζωντάνια, παρέες νεανικές και μη. Καθημερινές και σαββατοκύριακα, διαφορά δεν υπήρχε –γεμάτο κάθε βράδυ. «Και ποιοι δεν θα ‘χαν περάσει ρε συ Τάκη από το μαγαζί τότε έτσι;». «Ναι αλήθεια είναι αυτό, δες τις φωτογραφίες. Όλοι. Μουσικοί, πολιτικοί, άνθρωποι της Τέχνης. Θυμάμαι τον μακαρίτη, τον αγαπημένο μου τον Θανάση τον Τσιπινάκη. Την Άννα την Παναγιωτοπούλου, τον Νότη τον Μαυρουδή, να παραγγέλνει δυο-δυο τα πιάτα τις σουπιές, να κοντεύει να «σκάσει» και να θέλει κι άλλο. Ωραίες εποχές. Δύσκολες εποχές, αλλά υπήρχε μια άλλη ζεστασιά, οι άνθρωποι ήταν κοντά ο ένας με τον άλλο.»

Αλλά και ξένοι, τουρίστες και όχι μόνο. Πετάγεται πάνω, φεύγει και ξαναγυρνά με μια στοίβα από γράμματα. «Δες εδώ», γράμματα από ανθρώπους από όλο τον κόσμο –Γερμανία, Αμερική, Ισπανία. Λόγια ψυχής, για τον Τάκη και το μαγαζί, σαν να μιλούσε ο καθένας για το δικό του σπίτι, τη δική του φωλιά.



Κάπως έτσι, ο Τάκης πέτυχε κάτι παραπάνω από αυτό που ήθελε. Δημιούργησε ένα στέκι που ουσιαστικά εξυπηρέτησε μία ανάγκη του κόσμου για αλλαγή. Και που «γέννησε» ουσιαστικά στην Πάτρα και μία ολόκληρη κατηγορία μαγαζιών διασκέδασης –τα γνωστά ρεμπετάδικα. «Όχι, όχι, το 47 δεν ήταν ποτέ ρεμπετάδικο», εξανίσταται αμέσως ο Τάκης. «Στο 47 πάντα θα άκουγες, από Μπιτλς μέχρι δημοτικά, τα πάντα, αρκεί να είχαν ποιότητα και μεράκι μέσα τους!».

«Υπάρχει αλήθεια κόσμος που να μην τον θέλεις στο μαγαζί;» «Δεν θέλω τους ψεύτικους» -κοφτή η απάντηση, στακάτη. «Δεν μπορώ τους δήθεν, τους νεόπλουτους. Θέλω ο άλλος να είναι αυθεντικός, κι ας είναι ότι θέλει!». Πολλές φορές λέει, έχουν μπει παρέες μέρες που μπορεί να έχει άδεια τραπέζια, κι αν τους «κόψει» άσχημα, τους λέει, ευγενικά πάντα, ένα «είμαστε γεμάτοι απόψε»!
 


«Το κάρο πώς προέκυψε;». «Μεγάλη ιστορία. Για μένα αυτό το κάρο είναι έργο τέχνης. Αν μπορούσε να μιλήσει, τι ιστορίες θα είχε αλήθεια να διηγηθεί!». Το κάρο το είχε φέρει ο Τάκης από τους Σοφάδες Καρδίτσας και τέτοια αγάπη του είχε, που για χάρη του είχε φτάσει μέχρι και τα δικαστήρια! «Με είχαν πάει στα δικαστήρια οι κερατάδες, γιατί δεν είχε το κάρο άδεια κυκλοφορίας! Είχε γίνει τότε σόου κανονικό. Θυμάμαι, είχε μαζευτεί πολύς κόσμος και ενώ ο δύστυχος ο δικαστής ήθελε να με αφήσει, εγώ συνέχιζα και έβγαζα λόγο, δεν έφευγα από το δικαστήριο –τέτοια ήταν η τσατίλα μου!».

Θυμάται μια μέρα, είχε δεν ένα γεράκο να σκαλίζει την ρόδα του κάρου με ένα σουγιά! «Τι κάνεις εδώ ρε μπάρμπα, τον ρώτησα. Θέλω τα ξίσματα, για να τα βάλω στο φυλαχτό για τα εγγόνια μου. Ξέρεις πόσες οικογένειες θα ‘χει αναθρέψει αυτό το κάρο;».


«Το Ουζοθεραπευτήριο Τάκη πώς γεννήθηκε;». «Α, αυτό ήταν ατάκα του Λευτέρη του Αδαμόπουλου, καλή του ώρα όπου και να 'ναι. Ο Λευτέρης ήταν φοιτητής στην Ιατρική και κάπως έτσι έκανε την μίξη, ούζου και θεραπείας. Κάτσε έχω και την ταμπέλα που μου είχε φτιάξει!» και πετάχτηκε πάλι από την καρέκλα, και έφερε μία πήλινη κατασκευή, έργο τέχνης αληθινό:

«Σαν βγεις στον πηγεμό για πάνω χώρα, Λόντου στρίψε και προχώρα, Ρούφου άγκυρα να ρίξεις κ έμπα μέσα να γλεντήσεις,
Είν’ το Ουζερί του Τάκη, για μεζέ και φίνο ουζάκι,
Αλλά έχει και κρασάκι για να φτιάξεις κεφαλάκι,
Μα την άλλη μέρα πάλι, θα ‘χεις καθαρό κεφάλι,
Γιατό μόνο στου Αγουρίδη δεν θα πιεις ποτέ σου ξύδι.» 

 «Και την Καρόλου πώς και την άφησες Τάκη;». «Δεν την άφησα εγώ, αυτή με άφησε!». Πράγματι, ήρθε ο καιρός το ‘97 και το κτίριο στην Καρόλου έπρεπε να «τσιμεντοποιηθεί» και έτσι το «47» έπρεπε να μεταναστεύσει. «Ήθελα έναν χώρο που να μην είναι στο κέντρο, να έχει τη δικιά μου λογική. Το μαγαζί εδώ στη Λόντου ήταν η παλιά ταβέρνα του Γιαννόπουλου. Τον βρήκα, τα είπαμε, και παρόλο που στην αρχή ήταν δύσκολος, μετά ρώτησε και έμαθε για εμένα και τα συμφωνήσαμε. Το μαγαζί βέβαια το άλλαξα τελείως!».

Και πράγματι, ο χώρος του «Ουζοθεραπευτηρίου» δεν μοιάζει με κανέναν. Ζεστός και γεμάτος, ξεχειλίζει από αναμνήσεις, αλλά την ίδια στιγμή είναι και μοντέρνος, σημερινός. Στους τοίχους γύρω-γύρω, δεσπόζουν ζωγραφιές. Έχοντας πάρει τις πληροφορίες μας, θελήσαμε να το «παίξουμε» έξυπνοι. «Οι ζωγραφιές στους τοίχους είναι κάποιου γνωστού ζωγράφου;» τον ρωτάμε. «Για δες τις υπογραφές» -δεν τσιμπάει ο Τάκης- «τι λένε;». «Τάκης Τάκος», το ψευδώνυμο. Η ζωγραφική είναι η μεγάλη του αγάπη, έρωτας κανονικός. «Είχα μεγάλο δάσκαλο, τον Σόκαρη τον Σπύρο» μας λέει. Μπορεί να κάθεται να ζωγραφίζει με τις ώρες και, ακόμα και σε αυτό, έχει ένα τελείως δικό του, προσωπικό στιλ.





Οι ώρες περνούν και δεν το καταλαβαίνουμε, ποταμός ο Τάκης, σε λίγο θα πρέπει να ανοίξει το μαγαζί, θα έρθουν οι πρώτες παρέες. Πάμε λίγο την κουβέντα στο αγαπημένο του θέμα, την Πάτρα. «Εσύ την Πάτρα την έχεις ζήσει και στα καλά της και στα άσχημά της. Τι έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ;». Βαριανασαίνει, ίσως είναι και η μόνη φορά που συνοφρυώνεται. «Η Πάτρα ήταν Αρχόντισσα. Αυτό το κοινό που λέμε, πύλη της Δύσης, κάποτε ίσχυε στ’ αλήθεια –οικονομικά, πολιτικά, εμπορικά, πολιτιστικά. Έρχονταν τα διεθνή θέατρα για περιοδείες και πρώτα πέρναγαν το τεστ της Πάτρας. Και μόνο αν τους αποδεχόταν το Πατρινό κοινό, συνέχιζαν και στην υπόλοιπη χώρα».

«Αυτό που την χάλασε την Πάτρα, ήταν το ξένο στοιχείο που μαζεύτηκε από τις γύρω περιοχές. Κυρίως από το ’60 και μετά, με την αστυφιλία, η Πάτρα γέμισε μη Πατρινούς και άρχισε σιγά-σιγά να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της. Ήταν τότε που αρχίσαμε να βλέπουμε και ντάτσουν στα Μπουρμπούλια!».

«Έφταιξε μόνο αυτό μωρέ Τάκη όμως;». «Όχι, μας φταίει και το κακό μας το κεφάλι. Δεν κάνουμε ο ένας με τον άλλο. Και κάτι άλλο. Στην Πάτρα υπήρχαν πάντα έντονα διακριτές κοινωνικές τάξεις. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα άρθρο της Παπαγγελούτσου παλιά, που έλεγε πως στον χορό της Φιλαρμονικής δεν μπορούν να μπαίνουν παρακατιανοί. Μμμ, κάτι τέτοια μας φάγανε!».



Άλλος έρωτας μεγάλος –το Καρναβάλι! Αρχίζει πάλι τις ιστορίες από τα παλιά, για τις Μπούλες και τα Μπουρμπούλια, για τα χρόνια που όλη η Πάτρα γλεντούσε στους δρόμους, αυθόρμητα και αυθεντικά. «Το Καρναβάλι ενώ γεννήθηκε στην Πάτρα, έχει γίνει πλέον αντίγραφο. Λίγο από εδώ, λίγο από ‘κει, έχει χάσει την αυθεντικότητά του. Και γενικότερα, έχουμε χάσει κι εμείς τον αυθορμητισμό μας, παλιά βάζαμε μια στολή και βγαίναμε στους δρόμους και γλεντάγαμε, τώρα…».

Πιάνομαι από αυτό και τον πάω στα πιο βαθιά. «Υπάρχει μια γενικότερη αίσθηση, να τώρα που είναι και γιορτές, σαν να έχει ενοχοποιηθεί το γλέντι και η διασκέδαση. Ότι, επειδή υπάρχει κρίση και ανεργία και φτώχια, πρέπει να μην διασκεδάζουμε γιατί προκαλούμε.». «Το αντίθετο ακριβώς, όλα αυτά είναι υποκρισίες! Τώρα είναι που χρειάζεται ο Έλληνας τη διασκέδαση, τώρα στα δύσκολα, περισσότερο από ποτέ! Και εδώ είναι που η Πάτρα πρέπει να δείξει τον δρόμο, ψάχνοντας στις ρίζες μας, στις ρίζες της Τέχνης και του Πολιτισμού μας.».

«Με όλα αυτά Τάκη, βλέπεις φως;». «Πώς δεν βλέπω; Η ελπίδα θα έρθει από τους νέους. Γι’ αυτό σφίγγεται η καρδιά μου όταν ακούω ότι κάποιος νέος φεύγει για έξω. Πρέπει να κάτσουμε εδώ και να παλέψουμε, να δώσει ο καθένας τη δική του μάχη!».

«Ίσως είναι που μάθαμε να τα περιμένουμε όλα έτοιμα και εύκολα». «Σωστό είναι αυτό. Ο Έλληνας πήγε από το γαϊδούρι, κατευθείαν στο αεροπλάνο! Όμως, εγώ λέω, ουδέν κακό αμιγές καλού –ο Έλληνας είναι μυστήριος, δεν υποκύπτει. Ίσως, αυτή η δύσκολη περίοδος που περνάμε, είναι ευκαιρία να έρθουμε πάλι πιο κοντά. Ξεχάσαμε την αγνή, προσωπική επαφή, ξεχάσαμε την αλληλεγγύη. Ξεχάσαμε πως η ευτυχία βρίσκεται στα λίγα, στα απλά. Καιρός να το ξαναθυμηθούμε πάλι. Κάθε μέρα που περνά, δεν ξαναγυρνά! Αέρααα…».



Αυτός είναι ο Τάκης ο Αγουρίδης. Μία αστείρευτη πηγή ενέργειας, μία ανάσα δροσιάς και αισιοδοξίας. Μία μελαγχολική πινελιά, θαρρείς ξωτικό από την παλιά Αρχόντισσα, αλλά και μία ρομαντική υπόσχεση –ότι ακόμα, όσο και αν έχουμε «προσπαθήσει», δεν έχουμε χάσει εντελώς τον εαυτό μας…

Αυτός είναι ο Τάκης ο Αγουρίδης. Ο τελευταίος ρομαντικός, ο τελευταίος Πατρινός…"

Πηγή: newsplus.gr
Αναρτήθηκε από: ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΛΩΝΑΚΗ

2 σχόλια:

  1. Agapite Taki tin Agapi mou apo tin Ollandia !!!!!!!!!!!!


    Aggelos Kakuris--MANOULES GLYKIES

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καταπληκτική παρουσίαση για έναν αυθεντικό άνθρωπο!
    Λουκάς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή